
« Ξέρεις, τα σπίτια πεισμώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις». Γιώργος ΣεφέρηςΑγαπώ τα σπίτια. Τις φωνές, τα χρώματα, τα σχήματα, το γέλιο και το κλάμα• τα γιασεμιά στις αυλόπορτες, τους μενεξέδες και τα γεράνια, τα σαμιωτάκια στις γλάστρες και τις γαβέθες. Αγαπώ τα σπίτια το ξημέρωμα, σαν βγαίνουν απ’ τη θαμπάδα του ύπνου, σαν οι πρώτες αχτίδες χτυπούν τα παραθυρόφυλλα. Αγαπώ τα σπίτια το δείλι, σαν ο ήλιος χάνεται στον ορίζοντα και μένουν εκείνα τα μαβιά, τα κόκκινα, τα πορτοκαλιά, να βάφουν ουρανό, τοίχους, πόρτες και παραθύρια και τις ψυχές των ανθρώπων. Απ’ όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι κατά το δείλι, τις κυράδες των σπιτιών καθισμένες στα κατώφλια για στις καρέκλες τους, μπρος στην πόρτα, ν’αγναντεύουν, να κουβεντιάζουν, να κεντούν, να ξεκουράζονται. Θυμάμαι τα πρωινά, σαν η πόρτα του σπιτιού μας άνοιγε να δεχτεί την καινούργια μέρα. Ξεκλειδώναμε την κλειδαριά, ανοίγαμε τα παραθυρόφυλλα, τραβούσαμε τα κουρτίνια να μπει το πρώτο φως, ύστερα βγάζαμε τα κοντεμίρια (1), πατούσαμε και την πετούγια και να η μέρα που ξεπεταγότανε μπρος μας. Στο σπίτι της γιαγιάς μου Ζαχαρώς, η κεντρική δίφυλλη πόρτα, μικρή στο μέγεθός της, έβγαζε στη μεγάλη αυλή με την αγγελική στη μέση και το στεφανώτο που δεν περνούσε άνθρωπος να μη το καμαρώσει, τις γλάστρες με τις ορτανσίες και τις μπιγόνιες, με τις μοσκοκαρφιές και τους κρίνους. Η γιαγιά μου είχε αδυναμία στα λουλούδια, σαν όλες τις πατινιές κυράδες. Η αυλή έκλεινε με την μεγάλη αυλόπορτα, που ‘βλεπε στο δρόμο. Το χειμώνα στις καλές μέρες, αφήναμε την πόρτα μισάνοιχτη, διάπλατα ανοιχτή το καλοκαίρι, ως το βράδυ που δεχόμασταν φίλους και συγγενείς. Σήμερα απ’ το σπίτι της γιαγιά μου Ζαχαρώς, δεν έχει μείνει παρά ο απόηχος κάποιου γέλιου, κάποιου παράπονου, η μυρωδιά του ασβέστη, οι ψίθυροι απ’ τις ιστορίες και τα παραμύθια. « ΄Εφυγαν ένας ένας αέρας οι άνθρωποι» καθώς λέει ο ποιητής.(2). Οι πόρτες της Πάτμου, πόρτες που κουβαλούν την ιστορία της, τις δικές μας μικρές ιστορίες και τις αναμνήσεις μας, στέκουν σιωπηλές, σοβαρές και περιμένουν. Με τους ταμπλάδες, τα σκαλίσματα και τα κρυμμένα σύμβολα, με τα κρουκέλια, τις κλειδαριές, τα μάνταλα και τις αμπάρες, όσες επέζησαν στο διάβα του χρόνου και όσες με μεράκι ξαναφτιάχτηκαν από μαστόρους πατινιώτες. Περιμένουν τακ-τακ να ηχήσουν τα βήματα στο δρόμο, να σταθούν μπρος τους, τακ-τακ να ηχήσει το κρουκέλι. Να ηχήσει τακ-τακ στο χρόνο και στην ιστορία που αποτυπώνεται. Τα κρουκέλια (κρίκοι, χαλκάδες) χρονολογούνται από την αρχαιότητα, εκτός δε των άλλων χρήσεων, τοποθετούνται στις εξώπορτες των σπιτιών. Είναι γνωστότερα με την ονομασία, ρόπτρα. Μετά το Ομηρικό επίσπαστρον – μνεία γίνεται στην Οδύσσεια – (Κατά το λεξικό του Σκαρλάτου του Βυζάντιου: επίσπαστρον, «παν ό,τι χρησιμεύει προς τράβηγμα άλλου τινός, ιδιαίτερα δε η κρικέλα της θύρας»), τα βρίσκουμε εικονιζόμενα στα αγγεία, ενώ στην πάροδο των χρόνων αλλάζουν οι μορφές τους, καθώς αλλάζουν και τα υλικά της κατασκευής τους. Το αρχικά «ευθύ ρόπτρο», αντικαθιστά στους κλασικούς χρόνους η κεφαλή λιονταριού, με τον κρίκο στα δόντια του ζώου, ενώ στην ελληνιστική περίοδο, το ρόπτρο, έχει το σχήμα βρόχου. Κατά το Μεσαίωνα έχουμε τις πρώτες δυτικές επιδράσεις με τα ζωόμορφα ρόπτρα, στη δε αναγέννηση, τα σχέδια είναι πιο περίτεχνα. Το ρόπτρο γίνεται το στολίδι της πόρτας. Τον 16ο αιώνα, κατασκευάζεται το ρόπτρο σε σχήμα χεριού, που μαζί με τον κρίκο, θα γίνουν ιδιαίτερα προσφιλή, και κυρίαρχες μορφές του 19ου αιώνα.(3) Θυμάμαι, σαν ακούγαμε το κρουκέλι να χτυπά, σχεδόν πάντα ξέραμε ποιον θα αντικρίζαμε. Απαλός χτύπος, δυνατός, απότομος, νευρικός, συνθηματικός. Σαν μουσική ο ήχος του, ιδίως αν περιμέναμε αγαπημένο πρόσωπο. Κι αλήθεια, ρόπτρο στην αρχαιότητα ονομαζόταν το ταμπουρίνο, μουσικό όργανο• δηλαδή μικρό και ελαφρό τύμπανο, που χρησιμοποιούσαν οι Κορύβαντες στις τελετές τους. (4). Κι όπως ο Πλούταρχος μας λέει, « …Ρό














