«Αισθητική και ιστορική μνήμη: Προβληματισμοί για το άγαλμα του Ιερομάρτυρα Πλάτωνα Αϊβαζίδη»

Η πρωτοβουλία για την απόδοση τιμών στον Ιερομάρτυρα Πλάτωνα Αϊβαζίδη, έναν ιερωμένο που αποτελεί κομμάτι της ιστορικής συνείδησης της Πάτμου, είναι αναμφίβολα μια κίνηση σεβασμού και είναι αξιέπαινη. Ωστόσο, η υλοποίησή της, έχει πυροδοτήσει έναν έντονο προβληματισμό στην τοπική κοινωνία.

της Σμαράγδας Μουλιάτη

Η παράδοση στην Πάτμο, όπως και σε πολλές άλλες ιστορικές περιοχές της Ελλάδας, ευνοεί την τοποθέτηση προτομών για προσωπικότητες της Εκκλησίας και των Γραμμάτων, καθώς και εθνικών ηρώων που έπεσαν για την πατρίδα. Η επιλογή ενός αγάλματος μεγάλων διαστάσεων (περίπου 4 μέτρα μαζί με τη βάση) δημιουργεί μια αναντιστοιχία με την κλίμακα του παραδοσιακού οικισμού και της ίδιας της ιερατικής φυσιογνωμίας του Πλάτωνα. Μια προτομή θα απέδιδε την πνευματικότητα και την ηρεμία του προσώπου του, χωρίς να «επιβάλλεται» στον χώρο με τον όγκο ενός μνημειακού αγάλματος, το οποίο ενδεχομένως αλλοιώνει την αισθητική ισορροπία του σημείου τοποθέτησης.

Η Χώρα της Πάτμου, ως γενέτειρα του Ιερομάρτυρα, αποτελεί τον φυσικό και ιστορικό χώρο που θα ανέδειξε τη σύνδεση του αγίου με την ιδιαίτερη πατρίδα του. Η επιλογή της τοποθεσίας του Αγίου Φωκά στο λιμάνι, και μάλιστα τοποθετημένο σε έναν τοίχο, στερεί από το μνημείο την απαραίτητη «αναπνοή» και τη σημειολογική του βαρύτητα. Ένα μνημείο τέτοιας σημασίας οφείλει να βρίσκεται σε χώρο όπου μπορεί να δεχθεί την ανάλογη απόδοση τιμών και να αποτελεί σημείο περισυλλογής, όχι ένα στοιχείο «στριμωγμένο» σε έναν τοίχο.

Στην Πάτμο, το φως είναι κυρίαρχο στοιχείο του τοπίου. Ένα σκουρόχρωμο ή «βαρύ» υλικό συχνά δημιουργεί οπτική αντίθεση που δεν συνάδει με την αγιοσύνη και το φως που αντανακλά η μορφή του Ιερομάρτυρα. Η χρήση υλικών που αλληλεπιδρούν με το αιγαιοπελαγίτικο φως θα δημιουργούσε μια καλύτερη σχέση του μνημείου με το περιβάλλον.

Η τέχνη οφείλει να εκπαιδεύει και να εμπνέει. Η αναπαράσταση του σχοινιού του απαγχονισμού στα χέρια του ιερωμένου, πέρα από το ότι ενέχει τον κίνδυνο παρερμηνείας από τον ανυποψίαστο θεατή ή τον επισκέπτη, επικεντρώνεται υπερβολικά στον βίαιο θάνατο και όχι στην πνευματική παρακαταθήκη του.

Η αγιότητα αναδεικνύεται μέσα από το ήθος και τη διδασκαλία. Ο Πλάτων Αϊβαζίδης ήταν ένας πνευματικός ηγέτης· η αποτύπωσή του με σύμβολα που παραπέμπουν στην εκτέλεσή του ίσως τελικά να αδικεί την προσωπικότητά του, περιορίζοντάς την στην τραγική κατάληξη του βίου του.

Η τοποθέτηση ενός μνημείου δεν είναι απλώς μια κατασκευαστική πράξη, αλλά μια παρέμβαση στον δημόσιο χώρο και τη συλλογική μνήμη. Για να τιμηθεί σωστά μια προσωπικότητα όπως ο Πλάτων Αϊβαζίδης, το μνημείο θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο ευρύτερης διαβούλευσης με την τοπική κοινωνία, ώστε να διασφαλιστεί ότι η μορφή του θα αποπνέει σεβασμό, πνευματικότητα και θα εναρμονίζεται με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του νησιού.

Λίγα λόγια

Ο Πλάτων Αϊβαζίδης (1852 – 1921), γεννήθηκε στην Πάτμο. Φοίτησε στην ιστορική Πατμιάδα Σχολή και σε ηλικία 15 ετών έγινε δόκιμος στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Ακολούθησε εκκλησιαστική σταδιοδρομία, υπηρετώντας ως διάκονος στη Λήμνο και αργότερα ως πρωτοσύγκελος σε διάφορες μητροπόλεις (Λήμνου, Καστοριάς, Αμάσειας). Στην Κωνσταντινούπολη και την Καστοριά συνδέθηκε στενά με τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη, τον οποίο ακολούθησε και στην Αμάσεια του Πόντου.

Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Πλάτων Αϊβαζίδης συνελήφθη από τις τουρκικές αρχές στην περιοχή της Αμάσειας, μαζί με τον Μητροπολίτη Ευθύμιο Ζήλων και άλλους Έλληνες πρόκριτους, με την κατηγορία της υποκίνησης επανάστασης

Απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 στην Αμάσεια, παραμένοντας μέχρι τέλους σταθερός στην πίστη του και ενισχύοντας πνευματικά τους συγκρατουμένους του στις φυλακές. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον έχει ανακηρύξει Άγιο και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 21 Σεπτεμβρίου. Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές του Νεοελληνικού Μαρτυρολογίου, εκπροσωπώντας τη θυσία του κλήρου για την πίστη και την ελευθερία.

Η δράση του Πλάτωνα Αϊβαζίδη στην Αμάσεια του Πόντου αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της εκκλησιαστικής και εθνικής μας ιστορίας.

Κοινοποιήστε:
Κύλιση στην κορυφή