
Πνιμός !!! ? -μα-πεια! Θα με `φήκεις να κοιμηθώ;- Περίδορμος να σε κόψει κακοχρονονάχεις νυχτιάτικα , που θα πεις του μωρού πνιμός. Να. Ήντα λέεις, νάρτω κειδά να σε συρομαλίσω; Ξέρω γω.- Βρε μάνα, βρε είμαι τύφλα στη νύστα και έ με φήνει να κλείσω μάτι. Γκούχου – γκούχου Γκούχου- Γκούχου. Μα ήντα γαιδουρόβηχας είν αυτός που έχει; Εγώ ήντα φταίω που πρέπει να σηκωθώ απ την αυγή να βγάλω τις κατσίκες στο βουνό. – Και πρέπει μωρή να`πεις στο παιδί πνιμός; Nάρτω κειδά να σε λαοσύρω νυχτιάτικα;Έχε το νου σου. Χμ. Ήστριβε από δω το Θεδωρούλι, ημοβάριζ΄απ΄την άλλη, που να κλείσει μάτι. Κάθε τρεις κα μία , Γκούχου- γκούχου-γκούχου- γκούχου- κι άγιος ο Θεός. Και έν ήφτανε αυτό. Μόνου ήκλαιε κι από πάνω ο μικρός. Κι άμαν ηρκίνιζε να κλαίει, ά-πα-πά-πα, εν ήλεε να σταματήσει. Ίδιος γάδαρος (με συγχωρείτε) ηγκάνιζε ίσαμε την αυγή. Το κακόμιτσο το Θοδωρούλι, από το κακό της ηδάγκα τα μαξελάρια για να μη μιλήσει. Που να ξανανοίξει το στόμα της. Θα της έτρωε κι από πάνω, έτσα όπως την έχε σκαρμώσει τη μάννα της. Πριν καλά – καλά, φέξει, ησηκώθει απ το κρεββάτι της ανεβρόντιστη. Ήβγε έξω στο αυλίδι, λοάτε μου ν` αδειάσει το αγγιό στη χρεία, κι εκειδά, ησάρτενε σαν το κουνέλι. Ηχτυπιούντονε κάτω με τους αγγωνίτες απ΄ το κακό της, και ήκλαιε απ τα νεύρα της . Αφού ηξεθύμανε λιάκι, ηπήε στο κουζινί, ήκαμε ένα βραστικό, τόπιε μονορούφι κι ας ηζεμάτα κιόλα νοίει το πορτάλι της αυλής , κι όπου φύει – φύει. – Κάλιο στο βουνό με τις κατσίκες, παρά να κάθομαι και να μαρτυρώ απά στο κρεβάτι.- Γιάντα, ήκλεισα μάτι ούλη τη νύχτα μ΄αυτήν τη μαεμού; ¨Αι στη καμμένη πεια. Ζωή είν΄ αυτή; – Τέλος πάντω, να μην τα πολυλοούμε, ηξημέρωσε ο Θεός τη μέρα του, κι ησηκώθη κι η κερ Ανεστασία. Τόνε μικρό νε, τον έχε πάρει λιάκι ο ύπνος. Ας είναι το κακόμιτσο. Είχε πλαντάξη ούλη νύχτα, να βήχει και να κλαίει. Δίκιο είχε (ησκέφτηκε) κι αυτό το ρημάδι το Θοδωρούλι, αλλά , ήντα να κάμει κι αυτή. Σάματις τόθελε ο μικρός να βήχει; – Κάτσι-κάτσι, ήβγε όξω στάυλίδι, να ρίξει λιάκι νερό στη μούρη της να ξεξυνίσει. Ίδια ζαβλακωμένη κόττα ηπήε. Γιάντα, ήκλεισε μάτι ούλη νύχτα; Μπα, δε γίνεται ησκέφτηκε. ?μα ψηλώσει λιάκι η μέρα, πρέπει να τονε πάω στο γιατρό. Εμού ρέσει καθόλου αυτός ο γαδουρόβηχας. Καλέ, βράζουνε τα μέσα του, του παιδιού!Αλλά, κάτσε να δούμε αν ηγύρισε κι ο γιατρός από το Γαρουρόνησο. Πρέπει όμως νάχει έρτη. Τέλος πάντω, εγώ θα τονε μουρώσω καλά και θα τονε πάω. Μάννα μου- μάννα μου από τώρα τόχω συλλοή, αν τυχό και χρειαστεί να του κάμει καμιάν ένεση. Ποιος τόνε – κούει. Ποιος τόνε – κούει. Θα σηκώσει πάλι τη γειτονιά στο ποδάρι. Σαν το κουνέλι θα σφυρίζει πάλι το κακόμιτσο. Όντες θωρεί τον γιατρό με τη βελόνα, φυραίνει σαν τον αστακό. Αφού πεια ηψήλωσε ο ήλιος, κι ηξύπνησε κι ομικρός, τον έντυσε σαν το κρομμύδι, τον πήρε αγκαλιά και δρόμο για τον Τηλιακό. . H Γιαπρακού, ηστεκούντονε, κειδά από κάτω απ το Ντοπολαβόρο, δίπλα στο Φαρμακείο. – Έ κερά Ανεστασία, που τονε πάει τονε μικρό νε . Στο γιατρό; -?στα κερά – Μαριγώ μου, άστα.Χάλια είναι το κακόμιτσο, Χάλια. Έν τονε κούεις; Πνίεται στο βήχα. Ούλη νύχτα απόψε, μάτι εν ΄΄ηκλεισαμε, ακραούλι, ηφυλάαμε. Και λυπούμε κι αυτό το ρημάδι το Θοδωρούλι μου. Ηγανάχτισε κι αυτό απόψε. Για ναδούμε. Θα του δώκει τίποτας ο γιατρός να τόνε συνεφέρει;-Κερ΄ Ανεστασία, κούε μου ήντα θα σου πω. Θα πιάσεις έναν καθαρό πατσαούρι, θα το παπλακιάσεις με σπίρτο, και θα του το βάλεις στο στήθος του το βράδυ άμαν πλαγιάσει. Να δεις πως θα μερέψει ο βήχας κατευτείας. Εγώ, ετσά κάνω άμαν κρυώσω, και βρίσκω την υγειά μου.- Καλά κερα – Μαριγώ μου, καλά. ?ντε, σε χαιρετώ. Καλήν ημέρα. Ευτυχώς ο γιατρός ήτονε μέσα στο φαρμακείο του. Ήμπανε την πόρτα, και τούπε τα καθέκαστα για το βήχα του μικρού. Σάματις, ηχριάζούντο νε να του το πει; Γιάντα, εν το κουε που ήβηχε














