Μετά την άτακτη υποχώρηση στη στεριά, την ανάκρουση πρύμνης στη θάλασσα και με αφορμή επιστολή για το θέμα της μέχρι πρότινος παραχώρησης ορθόδοξου χριστιανικού ναού στους καθολικούς, αποστέλλουμε μηνύματα εδάφους-αέρος χρησιμοποιώντας θεολογικούς όρους και απαντώντας στα φληναφήματα και τις πομφόλυγες του γράφοντος αυτήν.
Επειδή εμείς λοιπόν γνωρίζουμε κύριε Β., ότι η παράδοση ορθόδοξου χριστιανικού ναού στους παπικούς ήταν αίτημα και θέλημα του πατριάρχη, πιεστικό και αμετάκλητο προς τον άγιο καθηγούμενο και την αδελφότητα της Μονής μας διερωτόμαστε από ποια θέση και υπό ποία εξουσία αποσύρετε την αίτηση παράδοσης του ορθόδοξου χριστιανικού ναού;
Αντιπροσωπεύατε κάποια ομολογιακή ομάδα παρεπιδημούντων της Πάτμου: Γιατί: 1) δεν ήταν γνωστό στους κατοίκους και στο Δήμο; 2) γιατί δεν το γνώριζαν οι πατέρες; ο άγιος καθηγούμενος όταν κλήθηκε από τον Πατριάρχη;
Με την επιστολική του παρέμβαση – επέμβαση ο κ. Βιρτζίλιο Άβατο μας κάνει να διερωτόμαστε: ποιός είναι ο ρόλος του στα πράγματα της Πάτμου, αν και φιλοξενούμενος; Ποιά είναι η σχέση με τον Πατριάρχη; εν τέλει στην υπόθεση αυτή πως γίνεται να εμφανίζεται βασιλικότερος του “βασιλέως”;
Στην επιστολή του, κοντολογίς αναφέρει πως όλο αυτό ήταν μια πρόταση αγάπης και συνεργασίας στα πλαίσια της φιλόξενης Πάτμου και των κατοίκων της που όμως προς απογοήτευσή του δεν βρήκε ανταπόκριση, οπότε με τη βία τίποτε δεν είναι καλοδεχούμενο.
Και διερωτώμεθα: Αν είχε αγάπη και πραγματικό σεβασμό στον τόπο που τον φιλοξενεί, δεν θα επιθυμούσε και ούτε καν έπρεπε να διανοηθεί την παραμικρή αλλοίωση της δισχιλιετούς (2.000 χρόνων) αποστολικής παράδοσης που τη διατρέχει.
Στ’ αλήθεια, έτσι θα διενοείτο και θα τολμούσε ν’ απαντήσει στον άγιο Ιωάννη το Θεολόγο καθώς και στον Όσιο Χριστόδουλο στους οποίους ανήκει η Πάτμος; Έτσι θ’ απαντούσε στους οσίους και οσίες που αγίασαν αυτόν τον τόπο; Ούτε εμείς δεν τολμούμε να διανοηθούμε, ότι ο ιερός τούτος τόπος “ενώ έστησαν οι πόδες του Κυρίου της Δόξης” μας ανήκει.
Έχουμε βέβαια την πίστη και βαθειά την πεποίθηση αλλά και την επίγνωση, ότι με τη χάρη του Θεού και των απ’ αιώνων αγίων του, ότι διαβιούμε ως “πάροικοι” και παρεπιδημούμε στον κόσμο τούτο ασκούμενοι και ελπίζοντες στην κατά χάριν σωτηρία μας που απορρέει από τη Σταυρική θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και την Ανάστασή του εκ νεκρών η οποία τελετουργείται μέσα σε κάθε θεία λειτουργία και μέσα σε κάθε ιερό Ορθόδοξο ναό.
Εκεί που η αγάπη: θυσιάζεται, δεν επαιτεί αλλά ούτε ΑΠΑΙΤΕΙ. Ως η έσχατη πάντων διακονεί και τα εαυτής πρωτεία δεν ζητεί.
Μελίζεται και διαμερίζεται, αλλά δεν διαμελίζει και δεν διαμοιράζει . Ως πατέρας δέχεται και το τελευταίο του άσωτο παιδί, το οποίο φεύγει μόνο του και για πάντα από κοντά του. .Ως πορεία “μαθητείας” ενέπνευσε τους μαθητές και όχι πορεία εξουσίας, αντί (προσωπείας) και πρώτο (καθεδρίας) και ίδρυσε μία εκκλησία, μία ομολογία, μία πίστη, μια λατρεία.
Έχουμε λοιπόν βεβαία την πίστη και βαθειά την πεποίθηση αλλά και την επίγνωση, ότι οι Άγιοι πρόγονοί μας δεν κρατήθηκαν σε τούτον τον ιερό βράχο της Αποκάλυψης γιατί προέβλεπαν ή γιατί προσέβλεπαν στην αύξηση του ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ή την άφιξη των πρεσβευτών του ΠΑΠΙΣΜΟΥ μα και κανενός αρρωστημένου συναισθηματισμού.
Η φιλοξενία και η αγάπη προϋποθέτουν τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια. Στην Πάτμο οι άγιοι πρόγονοί μας δεν έζησαν με την “εκτίμηση” και τις “φιλοφρονήσεις” του καθενός, αλλά έζησαν με την παρακαταθήκη που άφησαν ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο Όσιος Χριστόδουλος και ο Ιησούς Χριστός.
Δεν έζησαν πουλώντας παράδοση και τουρισμό. αλλά έζησαν με κόπο. με άσκηση και με το σταυρό στο χέρι. Δεν οργάνωναν πάρτι φιλοφρονήσεων, μεθυσμένης αγάπης και αλλόκοτων προσδοκιών και συμπεριφορών, αλλά συναντιόντουσαν σε “αποσπερίδες” ανθρώπων κουρασμένων, έμψυχων και ένθεων που γιόρταζαν και χαίρονταν με τις γιορτές αγίων μαρτύρων, οσίων και Ομολογητών μέσα στην ευωδιά της αγρυπνίας και την ευλογία της νηστείας και γίνονταν “αγλαείς φωστήρες” όλης της οικουμένης, ταπεινοί, δίχως να το ξέρουν, λες και το έκανε επίτηδες ο Θεός για να μη δουν το είδωλό τους και θαμπωθούν όπως ο Εωσφόρος.
Αν είχε ο κ. Β.Α. αγάπη κα πραγματικό σεβασμό σ΄αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του με λίγη διάκριση και ευγένεια θα απίθωνε στην αγάπη τους το θέλημά του και ελεύθερα θα δεχόταν τη θέλησή τους. Τώρα τι να σκεφθούμε; Από που προήλθε τόση βία και εξαναγκασμός παράφορος της θέλησής μας; Άραγε ποιοί και πόσοι αλλά και πόση βία ασκούν στην Εκκλησία; Γιατί τα πρόσωπα που υπεύθυνα διοικούν πρέπει να τρομοκρατούνται και να εκβιάζονται; Εν τέλει όλα αυτά τι κρύβουν; Όλα αυτά κύριε συντάκτη και αποστολέα της επιστολής δικαίως μας ανησυχούν, και ιστορικά καταμαρτυρούν και δικαιολογούν “της Εσπερίας το ασίγαστο δοκούν”.
Η όποια προσπάθεια που γίνεται στην επιστολή, απεμπλοκής και απενοχοποίησης Πάπα και Πατριάρχη επιβεβαιώνει ακριβώς το αντίθετο. Και το ήξεραν και το γνώριζαν και πίεζαν και πιθανόν έδωσαν και την ευλογία τους. Άλλως δεν εξηγείται το γεγονός της ωμής και άνευ προηγουμένου παρέμβασης στη Μονή και απορεί κάποιος με το γεγονός:
πως δηλαδή ένας απλός επισκέπτης με σπίτι στα Σάψιλα, έχει τέτοια δύναμη ώστε με παρέμβαση “άνωθεν” να αναστατώνει τη Μονή, το νησί της Πάτμου αλλά και όλον τον ορθόδοξο κόσμο.
Εύχομαι, και ελπίζω να μη χρειαστεί να επανέλθω επί του θέματος.
Φτάνει πιά!!! Τέρμα η υποκρισία και τα περίεργα παιγνίδια σε βάρος της Ορθοδοξιας.
Παρακάτω το λινκ της επιστολής του κ. Βιρτίλιο Άβατο στην εφημερίδα
https://www.patmostimes.gr/category/8443-2015-11-29-11-55-15




