
Με τις ευγενείς επιχορηγήσεις του κοινωφελών Ιδρυμάτων Ψύχα, Δεκόζη-Βούρου, Πρόδρομου Εμφιετζόγλου, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου και του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής πραγματοποιήθηκαν για δεύτερη χρονιά οι συστηματικές επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες της ΚΒ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου υπό τη διεύθυνση του δρ αρχαιολόγου Παύλου Τριανταφυλλίδη και ομάδας επιστημονικών συνεργατών (αρχαιολόγων και φοιτητών Αρχαιολογίας, συντηρητών, αρχιτεκτόνων μηχανικών και τοπογράφων μηχανικών) στη θέση Καστράκι του ακριτικού νησιού Αγαθονησίου, όπου έχει εντοπισθεί οχυρωμένος οικισμός των ύστερων κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων (ύστερος 4ος-πρώιμος 3ος αι. π.Χ.). Για τις ανάγκες της ανασκαφής η Κοινότητα του Αγαθονησίου που από την πρώτη στιγμή υποστήριξε και υποστηρίζει το εν λόγω έργο, παραχώρησε και τρίτο νεόδμητο χώρο αποθήκευσης των κινητών ευρημάτων. Κατά την εφετινή περίοδο πραγματοποιήθηκαν επιφανειακοί καθαρισμοί στο ανασκαφικό επίπεδο των αρχαιολογικών στρωμάτων του 2006, στο νότιο οχυρωματικό τοίχο, καθώς και στο εργαστηριακό συγκρότημα των βαφείων-δεξαμενών των πρώϊμων ρωμαϊκών χρόνων. Παράλληλα, η ανασκαφική έρευνα περιορίστηκε σε δύο ανασκαφικούς τομείς, στο άνδηρο 1, στην Ακρόπολη, και στο άνδηρο 3, στην ΝΑ κλιτύ του οχυρού, ύστερα από την υλοποίηση ανασκαφικού καννάβου.Στον χώρο της Ακρόπολης, σκοπός της ανασκαφικής έρευνας ήταν η αποκάλυψη των ορίων τμήματος δεξαμενής που είναι ορατή και ο συσχετισμός της με παρακείμενα οικοδομικά λείψανα που την περικλείουν. Κάτω από την καταστρεπτική για τα αρχαία συμφυή βλάστηση διερευνήθηκε με την βοήθεια των αρχαιολόγων Αφροδίτης Μεϊμάρη και Δήμητρας Ζώη, μεγάλη δεξαμενή (ύψους 3.50μ., διαμέτρου 4μ., εικ. 1-2), λαξευτή στον φυσικό βράχο, επενδεδυμένη με υδραυλικό κονίαμα για την αποθήκευση και παροχή του νερού στα κατώτερα άνδηρα του οχυρού. Παρόμοιες δεξαμενές σε οχυρά είναι γνωστές από τον χώρο της Δωδεκανήσου, όπως στο Καστελλόριζο και τη Ρω. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον χρόνο εγκατάλειψης της δεξαμενής είχε η ανεύρεση στο εσωτερικό της αποθέτη κεραμικής, με πλήθος πήλινων χρηστικών αγγείων (περίπου 12.000) των ύστερων ελληνιστικών και πρώϊμων ρωμαϊκών χρόνων (ύστερος 2ος αι. π. Χ. – πρώϊμος 2ου αι. μ. Χ.). Από τον πλούτο της υστεροελληνιστικής κεραμικής ξεχωρίζει ο μεγάλος αριθμός πήλινων κυψελών που σχετίζεται με εργαστήριο κατασκευής τους στο Αγαθονήσι είτε με επιτόπια μελισσοκομική δραστηριότητα, αλλά και αμφορείς ροδιακού και κνιδιακού τύπου, κυψέλες, λεκάνες, χύτρες, πινάκια ερυθροβαφούς κεραμικής και λύχνοι. Ανάμεσα σε αυτούς ξεχωριστή θέση κατέχει αφιερωματικό (αναθηματικό) λυχνάρι κνιδιακού τύπου του 1ου αι. π. Χ. (εικ. 1), με εγχάρακτη επιγραφή στην επιφάνεια στήριξής του στον Δία Λύκιο (Διός Λυκίου). Είναι η πρώτη φορά που μαρτυρείται εκτός του Ιερού των ανατολικών θεοτήτων Ίσιδος και Σαράπιος στη θέση Καβί, ανασκαφικά λατρεία θεότητας στο Αγαθονήσι και μάλιστα του Δία που αποτελούσε έναν από τους κύριους θεούς που λατρεύονταν στα μιλησιακά νησιά.Aπό την ανασκαφική επίχωση στα ανώτερα στρώματα της δεξαμενής και γύρω από αυτήν εντοπίσθηκαν άβαφα χειροποίητα όστρακα της Τελικής Νεολιθικής (ύστερη 3η π. Χ. χιλιετία), λίθινα εργαλεία, όπως λεπίδες και απολεπίσματα οψιανών, ενώ στα βαθύτερα αρχαιολογικά στρώματα, διαπιστώθηκαν εισηγμένη μελαμβαφή αττική κεραμική του 4ου αι. π. Χ., ευρήματα που υποδηλώνουν προγενέστερες χρήσεις του χώρου.Στην ΝΑ κλιτύ του οχυρωμένου οικισμού, δυτικά των ρωμαϊκών δεξαμενών και των βαφείων, πραγματοποιήθηκαν διερευνητικές ανασκαφικές τομές με την βοήθεια του τελοιόφοιτου Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Σαραντίδη στην ΝΑ γωνία του νότιου οχυρωματικού τοίχου. Διαπιστώθηκε η απουσία τάφρων θεμελίωσης και η εν ξηρώ έδραση των τοίχων ύστερα από λάξευση του φυσικού βράχου σε επίπεδο. Η μορφολογία της τοιχοδομίας παραπέμπει σε ανάλογα παραδείγματα














