
Κατηγορείται και από δεύτερη ανηψιά του αλλά εκείνος αρνείται την ενοχή του και καταγράφεται ως εξής, στην προσφυγή κατά του εντάλματος προσωρινής του κράτησης που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κ Δ. Ράπτης: «Οι κατηγορίες σε βάρος μου είναι ανυπόστατες, σαθρές και χαλκευμένες και θα αποδείξω κατωτέρω με στοιχεία τα οποία έχω, ότι είμαι παντελώς αθώος και ουδεμία σχέση έχω με αυτές τις κακουργηματικές πράξεις που μου αποδίδονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με το οποίο επιδιώκεται η έκδοσή μου στις Γερμανικές δικαστικές αρχές. Εκ πρώτης οι πράξεις οι οποίες μου αποδίδονται φέρονται να τελέσθησαν από το έτος 1986 έως και το έτος 1993, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εντάλματος όπου το πρώτον τηλεμοιότυπο σήμα (29/08/2007) αναφέρεται στο χρόνο τελέσεως τετελεσμένων (1986- 1993) και σε μια απόπειρα το έτος (1994), πλην όμως ούτε περιγράφονται οι περιστάσεις της δήθεν τελέσεως από μένα των αξιοποίνων αυτών πράξεων, ούτε προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος, ημερομηνία και ώρα τελέσεως αυτών , ούτε ο τόπος αλλά ούτε και ο βαθμός συμμετοχής μου. Με αυτό το περιεχόμενο αποδεικνύεται ότι οι πράξεις μέχρι και το 1992 έχουν υποπέσει σε παραγραφή αλλά και αυτές του 1993 και 1994 ομοίως καθόσον φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα με συνέπεια να μην υπάρχει το αξιόποινο. Είμαι παντρεμένος με την Γερμανίδα υπήκοο και για είκοσι χρόνια ζούσαμε στη Γερμανία όπου εκείνη είχε και τις αδελφές της. Τα πρώτα χρόνια του γάμου μας δεν μπορούσαμε να αποκτήσουμε παιδί και η σύζυγός μου και εγώ είχαμε αφοσιωθεί και συνδράμαμε την κόρη της αδελφής της, της οποίας οι γονείς ήτανε χωρισμένοι , η μητέρα και αδελφή της συζύγου μου είχε πολύ σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και η ανιψιά μου πραγματικά μας έδινε πολύ χαρά και τη βλέπαμε σαν παιδί μας , υποσχόμενοι μάλιστα να της μεταβιβάσουμε το σπίτι μας που είχαμε στη Γερμανία. Μετά από πολλά χρόνια αποκτήσαμε με τη γυναίκα μου την κόρη μας που είναι σήμερα έντεκα ετών και εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον μας ατόνησε. Σημειωτέον ότι το σπίτι που έμενα με την οικογένειά μου και το σπίτι της αδελφής της συζύγου μου ήταν στο ίδιο κτίριο και είχαμε καθημερινή επαφή αλλά και αρμονική σχέση. Αργότερα η μητέρα της ανιψιάς μου άρχισε να γίνεται πιεστική, πιεζόμενη βέβαια η ίδια από την οικονομική της ανέχεια , αλλά και από τα ψυχολογικά προβλήματα που παρουσίαζε τόσο η ανιψιά μου όσο και εκείνη. Σημειωτέον ότι την περίοδο που ζούσαμε μόνιμα με την οικογένειά μου στη Γερμανία και επισκεπτόμασταν τα καλοκαίρια την Πάτμο τη γενέτειρά μου, όπου έχουμε και τους γονείς μου , τους φιλοξενούσαμε και οι σχέσεις μας ήτανε περισσότερο από φιλικές. Έχω ήδη με την οικογένειά μου εγκατασταθεί τα τρία τελευταία χρόνια στην Πάτμο όπου η κόρη μας (11) ετών σήμερα πάει σε Ελληνικό σχολείο , η σύζυγός μου η οποία με υπεραγαπάει μιλάει καλά την ελληνική γλώσσα , εγώ εργάζομαι σαν ξεναγός σε γνωστό τουριστικό πρακτορείο καθώς επίσης ασχολούμαι και με τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων (είμαι πτυχιούχος από Γερμανική σχολή), μένουμε μόνιμα σε δικό μας σπίτι και έχουμε αναπτύξει άριστες σχέσεις με όλους , μας γνωρίζουνε και μας υπολήπτονται και αυθόρμητα σε αυτή τη ξαφνική κυριολεκτικά καταστροφή μας, μας συνδράμουν με κάθε τρόπο από το Δήμαρχο της Πάτμου μέχρι οι γείτονες, ο εργοδότης μου κλπ., προσφέροντας στη γυναίκα μου ακόμη και χρήματα για βοήθεια αυτές τις δύσκολες ώρες που περνάμε. Δεν έχω διαπράξει απολύτως τίποτα σε βάρος της ανιψιάς μου, αλλά και της δεύτερης ανιψιάς που φέρεται στο σήμα, που ήρθε πρόσφατα. Κυριολεκτικά είναι προϊόν νοσηρής φαντασίας με κίνητρα αποκλειστικά οικονομικά, εκβιάζοντάς με με τον τρόπο αυτό να τους «βοηθήσω» δίνοντας τους το σπίτι στη Γερμανία , το οποίο τώρα έχω μισθωμένο προκειμένου να καλύπτω με το μίσθωμα την τοκοχρεολυτική δόση που καταβάλλω σε Γερμανική Τράπεζα. Κινεί όμως την περιέργεια και του πλέον καχύποπτα σκεπτόμενου ότι (21) χρόνια μετά τη δήθεν τέλεση από μένα αυτών των τόσο απαξιωτικών πράξεων που προσβάλλουν την παιδική αγνότητα, και














