patmosweb330

elin330

aegeanlab

Highlights

Αγοραστική δύναμη και φόροι: Οι απλουστεύσεις και η σκληρή πραγματικότητα

apodeixeis

 

του Γιώργου Αλεξάκη 
Σε περιόδους όπως η τωρινή με υψηλό πληθωρισμό που εκτινάσσει τις “αποδόσεις” του ΦΠΑ, δυσανάλογο των δυνατοτήτων τους βάρος σηκώνουν οι αδύναμοι που λαμβάνουν και “χαμηλό αντίδωρο” με τα όποια “market pass” σε σχέση με τις υπεραποδόσεις ΦΠΑ.

Εν όψει των εκλογών κυριαρχεί το θέμα των έμμεσων φόρων και ειδικά του ΦΠΑ και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, με την Αντιπολίτευση να κάνει λόγο για “επιταχυντές” ακρίβειας και την κυβέρνηση για άλλη μια φορά να υποστηρίζει ότι ο ΦΠΑ και οι έμμεσοι φόροι “γεννούν” έσοδα που κατανέμονται στη συνέχεια στοχευμένα.

Βέβαια, η ανάρτηση εκποσώπου της ΝΔ, Άκη Σκέρτσου, τονίζει ότι μια μείωση του ΦΠΑ κατά 7% φέρει σε απόλυτες τιμές “μπόνους” 36,4 ευρώ για κατανάλωση στο σούπερ μάρκετ 520 ευρώ το μήνα, 70 ευρώ για κατανάλωση 1000 ευρώ και 105 ευρώ για κατανάλωση 1500 ευρώ.

 

Βέβαια, η δαπάνη των 520 ευρώ για ένα ζευγάρι -με δύο παιδιά- που αμοίβεται με τον κατώτατο μισθό -δηλαδή με 1560 ευρώ τον μήνα- σημαίνει ότι για τις βασικές ανάγκες στο σούπερ μάρκετ πρέπει να ξοδέψει το ένα τρίτο...

 

Η αγοραστική δύναμη
Όμως, το παράδειγμα έχει και μια “άλλη” ανάγνωση. Αυτή που επικεντρώνεται στο πόσο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος αναγκάζεται να καταβάλλει ο χαμηλόμισθος για να καλύψει βασικές ανάγκες τροφίμων σε συνθήκες ακρίβειας. Με βάση σχετική μελέτη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ τον Απρίλιο του 2022 και για μια περίοδο πιο έντονου πληθωρισμού και πριν τις φετινές αυξήσεις Απριλίου 2023, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα κυμαίνεται γύρω στο 19%.

Μάλιστα, με βάση όσα αναφέρονταν πέρυσι συνδυασμός αύξησης των τιμών κυρίως σε βασικά αγαθά, όπως είναι η ενέργεια και τα τρόφιμα, και τα πολύ χαμηλά εισοδήματα εκτινάσσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών με μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 750 ευρώ έως και 40%.

Στο αμέσως επόμενο εισοδηματικό κλιμάκιο (751-1.100 ευρώ) η απώλεια αγοραστικής δύναμης είναι υψηλή (9% έως 14%) αλλά σημαντικά πιο περιορισμένη σε σχέση με το φτωχότερο εισοδηματικό κλιμάκιο, παρ’ ότι η μέση κατανάλωση είναι αρκετά υψηλότερη.

Στα υπόλοιπα εισοδηματικά κλιμάκια η απώλεια αγοραστικής δύναμης είναι χαμηλότερη του 11% και μειώνεται όσο αυξάνεται το επίπεδο του εισοδήματος. Εξαίρεση αποτελούν τα μηνιαία εισοδήματα που είναι μεγαλύτερα των 3.500 ευρώ, των οποίων η απώλεια αγοραστικής δύναμης μπορεί και να ξεπερνάει την αντίστοιχη του αμέσως προηγούμενου κλιμακίου (2.801-3.500 ευρώ), επειδή η κατανάλωση στο υψηλότερο κλιμάκιο είναι πολύ μεγαλύτερη του προηγούμενου.

Σε κάθε περίπτωση, οι διαφορές στην απώλεια αγοραστικής δύναμης αποκαλύπτουν με εμφατικό τρόπο την άνιση επιβάρυνση που υφίστανται τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, ειδικά την τρέχουσα συγκυρία όταν πλέον οι τιμές έχουν κατοχυρώσει υψηλά ονομαστικά επίπεδα.

Με βάση, επίσης, όσα έχουν αναφέρει οι εμβριθείς αναλυτές των εργασιακών Σάββας Ρομπόλης και Βασίλειος Μπέτσης με κατώατο μισθό, όπως, είναι τώρα, στα 780 ευρώ (μεικτά) η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού είναι 7% και του συνολικού μέσου μηνιαίου μισθού είναι 12%.

Μάλιστα, οι δυο αναλυτές αναφέρουν ότι, μόνο, στο σενάριο που ο κατώτατος μισθός διαμορφωθεί στα 800 ευρώ (μεικτά), τότε λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση του Ο.Ο.Σ.Α. για τον πληθωρισμό του 2023, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού θα διαμορφωθεί στο 4% και του συνολικού μέσου μηνιαίου μισθού των μισθωτών η απώλεια της αγοραστικής δύναμης θα είναι 9,7%.

Άρα και το 7% μείωσης του ΦΠΑ είναι μεν κάτι αλλά ειδικά για τους χαμηλόμισθους ανεπαρκές. Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπεται.

“Στις συνθήκες αυτές αναδεικνύεται με τον πιο εύληπτο τρόπο ότι η τιμαριθμική αναπροσαρμογή και η θεσμική αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων (Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, Κλαδικές, κ.λπ.) στην Ελλάδα, θα συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στην αύξηση του μεριδίου των μισθών στην προστιθέμενη αξία καθώς και στην ανάκτηση των απωλειών της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Η αύξηση αυτή, μεταξύ άλλων, θα επιτρέψει στα νοικοκυριά να αυξήσουν την αποταμίευση, την κατανάλωση, την ζήτηση και την απασχόληση” σημείωναν με έμφαση οι δυο αναλυτές όπου ειδικά στο θέμα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων επόμενους καθώς πλέον αιτήματα των εργαζομένων είναι και άλλα, παρά από μισθούς.

 

Οι τάσεις
Στο μεταξύ, τις δαπάνες που αφορούν στη διασκέδαση, όπως η εστίαση, οι διακοπές ή τα ταξίδια έχει ακυρώσει το 75% των καταναλωτών, λόγω των πληθωριστικών πιέσεων, σύμφωνα με νέα έρευνα του ΙΕΛΚΑ. που δίνει απάντηση σε όσους είναι αντίθετοι σε μειώσεις έμμεσων φόρων και αρνούνται να δουν την πραγματικότητα.

Πιο συγκεκριμένα,το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) πραγματοποιεί κυλιόμενη έρευνα καταναλωτών σε σχέση με θέματα της επικαιρότητας, με δείγμα 1.000 καταναλωτές. Η τελευταία έρευνα πραγματοποιήθηκε την εβδομάδα 6-10 Μαΐου 2023 και αφορούσε ανάμεσα σε άλλα θέματα και την αντιλαμβανόμενη επίδραση των ανατιμήσεων στις καταναλωτικές συνήθειες στην Ελλάδα.

Όπως καταγράφεται, υπάρχουν σημαντικές αλλαγές το τελευταίο διάστημα στις καταναλωτικές συνήθειες σε διάφορες περιοχές συμπεριφορών, οι οποίες αποδίδονται σε μεγάλο βαθμό στις ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών. Καταρχάς είναι ξεκάθαρη μία τάση των καταναλωτών για εξοικονόμηση χρημάτων για τις αγορές βασικών αγαθών και υπηρεσιών και δευτερευόντως διαχείρισης χρημάτων. Όπως φαίνεται μεγαλύτερη είναι η πίεση στη μείωση των δαπανών για βασικές υπηρεσίες και λιγότερο για βασικά αγαθά.

 

Συγκεκριμένα:

Το 75% (έναντι 71% τον Ιανουάριο) του κοινού δηλώνει ότι έχει ακυρώσει δαπάνες διασκέδασης όπως είναι η εστίαση, οι διακοπές, τα ταξίδια κ.α.

Το 49% (έναντι 50% τον Ιανουάριο) του κοινού δηλώνει ότι έχει αναβάλει εργασίες συντήρησης και επισκευής, π.χ. στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο.

Το 54% (έναντι 55% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει μειώσει συνολικά τις αγορές σε είδη τροφίμων και είδη παντοπωλείου.

Το 27% (έναντι 24% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει χρήματα από τις αποταμιεύσεις του προκειμένου να καλύψει τις αγορές του.

Το 32% (έναντι 29% τον Ιανουάριο) έχει αναβάλει την πληρωμή λογαριασμών ή έχει προχωρήσει σε στάση πληρωμής των υποχρεώσεων του.

Το 17% (έναντι 11% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει αυξήσει τον χρόνο εργασίας ή έχει βρει δεύτερη εργασία προκειμένου να αυξήσει το εισόδημα του.

Το 49% (έναντι 40% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει αλλάξει μάρκα-επωνυμία προϊόντος. Μόλις 9% του κοινού δηλώνουν ότι δεν έχουν λάβει κανένα απολύτως μέτρο για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων.

 

Η αδικία
Δε χωρεί, βέβαια, αμφιβολία, ότι στη χώρα οι έμμεσοι φόροι, οι πλέον άδικοι μια και επιβάλλονται οριζόντια, είναι από τους υψηλότερους στην ΕΕ, ενώ αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων, κάτι που δεν “συνάδει” με τα όσα ισχύουν στην ΕΕ, όπου οι άμεσοι φόροι είναι εκείνοι που “υπερέχουν”.

Ειδικά, βέβαια, σε περιόδους όπως η τωρινή με υψηλό πληθωρισμό που εκτινάσσει τις “αποδόσεις” του ΦΠΑ, δυσανάλογο των δυνατοτήτων τους βάρος, σηκώνουν οι αδύναμοι που λαμβάνουν και “χαμηλό αντίδωρο” με τα όποια “market pass” σε σχέση με τις υπεραποδόσεις ΦΠΑ.

 

Στο επίκεντρο διεθνούς κριτικής
Μάλιστα το όλο θέμα έχει επανειλημμένα έχει βρεθεί στο “μικροσκόπιο” κριτικής ξένων οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, που ζητούν αποκατάσταση “φορολογικής” δικαιοσύνης, καθώς μάλιστα, ειδικά ο ΕΦΚ καυσίμων είναι από τους υψηλότερους στην ΕΕ.

 

Συγκεκριμένα, με μελέτη του πέρυσι ο ΟΟΣΑ ανέδειξε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται από τους εξαιρετικά υψηλούς συντελεστές των έμμεσων φόρων. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στην αμόλυβδη είναι δύο φορές μεγαλύτερος από τον ελάχιστο φόρο που εφαρμόζεται στην Ε.Ε., ο ειδικός φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι 14 φορές μεγαλύτερος, ενώ ο βασικός συντελεστής του ΦΠΑ (24%) συγκαταλέγεται στους 3-4 υψηλότερους στην Ευρώπη. Επίσης όπως έχει σημειώσει ο ΟΟΣΑ, στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων η Ελλάδα έχει μερίδιο 15% έναντι 23% που είναι ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.

 

Βέβαια η ετεροβαρής σχέση αυτή ενισχύεται κι από την “υποδήλωση” εισοδημάτων και την εκτεταμένη διείσδυση της ατυπικής οικονομίας (μαύρης οικονομίας) στη χώρα. Κάτι άλλωστε, που τροφοδοτεί τη ρευστότητα ορισμένων και σε συνδυασμό με την ελλειμματική κατάσταση στους ελέγχους “απομειώνει” την όποια επίπτωση στις τιμές μπορεί να έχει μια μείωση του ΦΠΑ. Άλλωστε, και η αντιπολίτευση αναφέρει ότι η μείωση του ΦΠΑ δεν είναι ένα και μοναδικό μέτρο αλλά πρέπει να συνδυαστεί με τη εισοδηματική πολιτική, αλλά και δράσεις εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.

Άλλωστε, όπως επισημαίνεται ο 70% των φορολογουμένων να δηλώνει εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο και τους δύο στους τρεις επαγγελματίες να εμφανίζουν ζημιές, οι φόροι εισοδήματος των φυσικών προσώπων αποδίδουν στην Ελλάδα το 15% των συνολικών φορολογικών εσόδων, όταν ο μέσος όρος για τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 23%.

 

“Το μίγμα”
Με βάση, επίσης, μελέτη του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ, στην Ελλάδα ο πρωταγωνιστικός ρόλος της έμμεσης φορολογίας ενισχύθηκε περαιτέρω κατά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, καθώς το μερίδιο των έμμεσων φόρων στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 13,9% το 2009 σε 17,5% το 2019, ενώ παράλληλα επιδεινώθηκε και ο λόγος άμεσων προς έμμεσους φόρους από 0,74 το 2009 σε 0,56 το 2019. Ο μέσος όρος του αντίστοιχου λόγου για το σύνολο των χωρών της ΕΕ ήταν 0,981 το 2019. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσο όρο στις χώρες της ΕΕ, σε καθένα ευρώ που συλλέγεται από άμεσους φόρους αντιστοιχεί 1 ευρώ από έμμεσους φόρους, ενώ στην Ελλάδα σε κάθε ευρώ άμεσων φόρων αντιστοιχεί 1,8 ευρώ έμμεσων φόρων.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ίδια πρόσφατη μελέτη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, συνδυαστικά, σε καθένα ευρώ φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων αντιστοιχούν πάνω από 2,5 ευρώ φόρων κατανάλωσης, και αυτή η αναλογία σπάνια γίνεται ευθέως αντιληπτή από τους φορολογούμενους πολίτες. Ο φορολογούμενος από το εκκαθαριστικό της φορολογικής του δήλωσης αποκτά άμεση γνώση του συνόλου του φόρου εισοδήματος που έχει καταβάλει στο κράτος, ενώ το ίδιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση των φόρων κατανάλωσης, οι οποίοι ενσωματώνονται στις τιμές των προϊόντων και είναι πρακτικά αδύνατο να υπολογιστούν από τον φορολογούμενο σε ετήσια μάλιστα βάση. Οι αναδιανεμητικές συνέπειες, επομένως, των φόρων κατανάλωσης είναι πολύ δύσκολο να ανατραπούν από άλλα φορολογικά εργαλεία, αναφέρει η μελέτη.

 

Έμμεσοι φόροι
Επίσης, όπως αναφέρει η μελέτη, το 2008, πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, οι έμμεσοι φόροι απορροφούσαν κατά μέσο όρο το 11,4% περίπου της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, με την επιβάρυνση αυτή να εκτοξεύεται στο 15,2% το 2014 και περαιτέρω στο 15,7% το 2019, ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων και αλλεπάλληλων αυξήσεων στους συντελεστές των έμμεσων φόρων. Έτσι περαιτέρω τώρα με την άνοδο των τιμών και την ενσωμάτωση σε αυτές των υψηλών συντελεστών που μόνο για το πρώτο τετράμηνο του τρέχοντος έτους έχουν δώσει υπερέσοδα 1,1 δισεκ. ευρώ.

 

Παράλληλα, όπως αναφέρει η μελέτη της ΓΣΕΕ, μεταβλήθηκε και η κατανομή της επιβάρυνσης αυτής στα νοικοκυριά διαφορετικού βιοτικού επιπέδου. Συγκεκριμένα, παρόλο που η δημοσιονομική κρίση και τα διαδοχικά πακέτα λιτότητας που υιοθετήθηκαν αύξησαν δραστικά την επιβάρυνση όλων των ελληνικών νοικοκυριών με έμμεσους φόρους, η αύξηση αυτή δεν κατανεμήθηκε ισομερώς. Κατά την περίοδο (2008-2014), οι μεταβολές στην επιβάρυνση ήταν υψηλότερες στο μέσο της κατανομής αλλά και στο πλουσιότερο 20%, ενώ την περίοδο 2015-2019 η επιβάρυνση σταθεροποιήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα για το σύνολο των νοικοκυριών.

 

Η συνολική επιβάρυνση με τους έμμεσους φόρους στο τέλος της περιόδου βαίνει αυξανόμενη καθώς μετακινούμαστε από τα φτωχότερα προς τα μεσαία στρώματα, αλλά μειώνεται ελαφρώς στο πλουσιότερο 20% του πληθυσμού. Η ερμηνεία των μεταβολών αυτών είναι πολυπαραγοντική, καθώς, εκτός από τους φορολογικούς συντελεστές, μεταβάλλονταν κατά μη ενιαίο τρόπο τόσο το συνολικό ύψος των δαπανών όσο και η διάρθρωση των δαπανών των νοικοκυριών που ανήκουν σε διαφορετικά τμήματα της κατανομής.

 

Έκθεση της Διεθνής Οργάνωσης Εργασίας (ILO).
Στο μεταξύ, για μείωση των πραγματικών μισθών, για πρώτη φορά στον 21ο αιώνα, κάνει λόγοι η νέα διεθνής έκθεση της Διεθνής Οργάνωσης Εργασίας (ILO).

Όπως επισημαίνει, η σοβαρή πληθωριστική κρίση σε συνδυασμό με την παγκόσμια επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης -που οφείλεται εν μέρει στον πόλεμο στην Ουκρανία και στην παγκόσμια ενεργειακή κρίση- προκαλούν εντυπωσιακή πτώση των πραγματικών μηνιαίων μισθών σε πολλές χώρες, σημειώνεται στην ετήσια έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) για τους μισθούς το 2022-23.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), η κρίση μειώνει τη αγοραστική δύναμη των μεσαίων τάξεων και πλήττει ιδιαίτερα σκληρά τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα.

 

Η ίδια Έκθεση εκτιμά ότι οι παγκόσμιοι μηνιαίοι μισθοί μειώθηκαν σε πραγματικούς όρους κατά -0,9% το πρώτο εξάμηνο του 2022. Είναι για πρώτη φορά κατά τον 21ο αιώνα που η πραγματική παγκόσμια μεταβολή των μισθών είναι αρνητική.

Μεταξύ των προηγμένων χωρών της G20, οι πραγματικοί μισθοί το πρώτο εξάμηνο του 2022 εκτιμάται ότι μειώθηκαν κατά -2,2%, ενώ οι πραγματικοί μισθοί στις αναδυόμενες χώρες της G20 αυξήθηκαν κατά 0,8%, δηλαδή 2,6% λιγότερο από ό,τι το 2019, το έτος πριν από την πανδημία του κορονοϊού.

 

"Οι πολλαπλές παγκόσμιες κρίσεις που αντιμετωπίζουμε έχουν οδηγήσει σε μείωση των πραγματικών μισθών. Αυτό έχει φέρει δεκάδες εκατομμύρια

εργαζόμενους σε δεινή κατάσταση, καθώς αντιμετωπίζουν αυξανόμενες αβεβαιότητες", δήλωσε ο γενικός διευθυντής της ΔΟΕ, Gilbert F. Houngbo. "Η εισοδηματική ανισότητα και η φτώχεια θα αυξηθούν αν δεν διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των χαμηλότερα αμειβόμενων. Επιπλέον, η πολυπόθητη ανάκαμψη μετά την πανδημία θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο. Αυτό θα μπορούσε να τροφοδοτήσει περαιτέρω κοινωνική αναταραχή σε όλο τον κόσμο και να υπονομεύσει τον στόχο της επίτευξης ευημερίας και ειρήνης για όλους".

 

Ο πληθωρισμός έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στους χαμηλόμισθους
Η κρίση του κόστους ζωής έρχεται να προστεθεί στις σημαντικές απώλειες μισθών για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19, η οποία σε πολλές χώρες είχε τις μεγαλύτερες επιπτώσεις στις ομάδες χαμηλού εισοδήματος.

Η έκθεση δείχνει ότι η αύξηση του πληθωρισμού έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στο κόστος ζωής για τους χαμηλόμισθους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, τα οποία γενικά υφίστανται μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών από ό,τι τα μη βασικά είδη.

 

Ο πληθωρισμός πλήττει επίσης την αγοραστική δύναμη των κατώτατων μισθών, αναφέρει η έκθεση. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι παρά τις ονομαστικές προσαρμογές που πραγματοποιούνται, ο επιταχυνόμενος πληθωρισμός των τιμών διαβρώνει γρήγορα την πραγματική αξία των κατώτατων μισθών σε πολλές χώρες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

 

Μέτρα για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου
Η ανάλυση δείχνει ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη εφαρμογής καλά σχεδιασμένων μέτρων πολιτικής για τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης και του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών εργαζομένων και των οικογενειών τους.

Η κατάλληλη προσαρμογή των κατώτατων μισθών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο, δεδομένου ότι το 90% των κρατών μελών της ΔΟΕ έχουν θεσπίσει συστήματα κατώτατων μισθών. Ο ισχυρός τριμερής κοινωνικός διάλογος και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μπορούν επίσης να συμβάλλουν στην επίτευξη επαρκών μισθολογικών προσαρμογών κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.

 

Άλλες πολιτικές που μπορούν να μετριάσουν τον αντίκτυπο της κρίσης του κόστους ζωής στα νοικοκυριά περιλαμβάνουν μέτρα που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες, όπως η χορήγηση κουπονιών σε νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα για να τα βοηθήσουν να αγοράσουν βασικά αγαθά, ή η μείωση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας σε αυτά τα αγαθά για να μειωθεί η επιβάρυνση που προκαλεί ο πληθωρισμός στα νοικοκυριά, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη μείωση του πληθωρισμού.

 

"Πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στους εργαζόμενους στο μεσαίο και χαμηλότερο άκρο της μισθολογικής κλίμακας. Η καταπολέμηση της επιδείνωσης των πραγματικών μισθών μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία με τη σειρά της μπορεί να βοηθήσει στην ανάκτηση των επιπέδων απασχόλησης που παρατηρούνταν πριν από την πανδημία. Αυτό μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να μειωθεί η πιθανότητα ή το βάθος της ύφεσης σε όλες τις χώρες και τις περιφέρειες", δήλωσε η Rosalia Vazquez-Alvarez, μία από τους συντάκτες της έκθεσης.

 

Περιφερειακές διαφορές
Η έκθεση, η οποία περιλαμβάνει περιφερειακά και εθνικά στοιχεία, δείχνει ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2022, ο πληθωρισμός αυξήθηκε αναλογικά ταχύτερα στις χώρες υψηλού εισοδήματος από ό,τι στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, οδηγώντας στις ακόλουθες περιφερειακές τάσεις των πραγματικών μισθών:

- Στη Βόρεια Αμερική (Καναδάς και Ηνωμένες Πολιτείες), η μέση αύξηση των πραγματικών μισθών διολίσθησε στο μηδέν το 2021 και έπεσε στο -3,2% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, η αύξηση των πραγματικών μισθών υποχώρησε στο -1,4% το 2021 και στο -1,7% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου τα προγράμματα διατήρησης θέσεων εργασίας και οι επιδοτήσεις μισθών προστάτευσαν σε μεγάλο βαθμό την απασχόληση και τα επίπεδα μισθών κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η αύξηση των πραγματικών μισθών αυξήθηκε σε 1,3% το 2021 και μειώθηκε σε -2,4% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στην Ανατολική Ευρώπη, η αύξηση των πραγματικών μισθών επιβραδύνθηκε στο 4,0% το 2020 και στο 3,3% το 2021 και μειώθηκε στο -3,3% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στην Ασία και τον Ειρηνικό, η αύξηση των πραγματικών μισθών αυξήθηκε σε 3,5% το 2021 και επιβραδύνθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2022 σε 1,3%. Όταν η Κίνα εξαιρείται από τους υπολογισμούς -λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο βάρος που έχει η χώρα στην περιοχή- η αύξηση των πραγματικών μισθών αυξήθηκε κατά πολύ λιγότερο, στο 0,3% το 2021 και στο 0,7% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στην Κεντρική και Δυτική Ασία, η αύξηση των πραγματικών μισθών αυξήθηκε έντονα κατά 12,4% το 2021, αλλά επιβραδύνθηκε στο 2,5% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στην Αφρική, τα στοιχεία υποδηλώνουν πτώση της αύξησης των πραγματικών μισθών στο -1,4% το 2021 και μείωση στο -0,5% το πρώτο εξάμηνο του 2022.

- Στα αραβικά κράτη, οι τάσεις των μισθών είναι διστακτικές, αλλά οι εκτιμήσεις δείχνουν χαμηλή αύξηση των μισθών κατά 0,5% το 2021 και 1,2% το 2022.

 

Η ILO κάνει τις ακόλουθες προτάσεις:

1. Μακροοικονομικές πολιτικές
Το χάσμα μεταξύ της αύξησης των μισθών και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας διευρύνεται περαιτέρω – υπάρχει περιθώριο για αύξηση των πραγματικών μισθών, όχι μόνο για να συμβαδίσουν με τον πληθωρισμό αλλά και για να ευθυγραμμιστούν με αύξηση της παραγωγικότητας.

2. Η ανάγκη ενίσχυσης της αγοράς εργασίας θεσμών και των μισθολογικών πολιτικών.
Οι κατώτατοι μισθοί μπορούν να προστατεύσουν τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους από τις υψηλές απώλειες αγοραστικής δύναμης σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού. Ωστόσο, για να είναι αυτός ο μηχανισμός αποτελεσματικός, είναι απαραίτητο οι κατώτατοι μισθοί να αναπροσαρμόζονται τακτικά ώστε να λαμβάνονται υπόψη τις ανάγκες των εργαζομένων και τις οικογενειών, σε συνδυασμό με τις οικονομικές παράγοντες. Η προσαρμογή αυτή διαδικασία πρέπει να αναλαμβάνεται με την πλήρη συμμετοχή των κοινωνικούς εταίρους.

3. Πολιτικές για τη στήριξη των νοικοκυριών, ιδίως των πιο ευάλωτων, κατά τη διάρκεια του υψηλού πληθωρισμού
Οι μειώσεις του ΦΠΑ μπορούν να μετριάσουν την επιβάρυνση του πληθωρισμού στα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα, ενώ παράλληλα συμβάλλουν περαιτέρω στη μείωση του πληθωρισμού.

4. Αντιμετώπιση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των δύο φύλων.


Η διεύρυνση των διαφορών στην απασχόληση μεταξύ γυναικών και ανδρών μπορεί επίσης να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική δύναμη των γυναικών στην αγορά εργασίας, ιδίως στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου τείνουν να κυριαρχούν σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Αυτό θα συνέβαλε αναμφίβολα στη διατήρηση ή ακόμη και στην αύξηση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ γυναικών και ανδρών, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της κρίσης COVID-19

 

5. Ο ρόλος της πολυμέρειας
Η δημιουργία αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας, μαζί με τις πολιτικές για την εξασφάλιση επαρκών μισθών, οι οποίες σχετίζονται με αρκετούς από τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, μπορούν να συμβάλουν ζωτικά στην επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης.