
Εξαντλήθηκε και επανακυκλοφορεί με επιτυχία η Β΄Έκδοση του βιβλίου – μαρτυρία της δικηγόρου Χριστιάννας Λούπα «Μετά την καταστροφή, Σμύρνη – Κατοχή», απο τις εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία της Ευτέρπης Μαυρουδή – Αμυρά, απο τις σελίδες της οποίας παρελαύνει όλη σχεδόν η ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, συνυφασμένη με τον ξεριζωμό του ελληνισμού απο τις πατρογονικές εστίες, την πάλη για τη νέα ζωή στην Ελλάδα και το μήνυμα της αγάπης που τελικά κυριαρχεί.1919. Η Σμύρνη ντύνεται στα γαλανόλευκα. Τα πλήθη ραίνουν τα ελληνικά στρατεύματα με δάφνες και ροδοπέταλα.1922. Ένας πολιτισμός καταρρέει. Η Σμύρνη καίγεται. Έριδες ταλανίζουν την Ελλάδα. Η μικρή Ευτέρπη κατορθώνει να περάσει στην αντίπερα όχθη, για να ξαναρχίσει τη ζωή της στις φτωχογειτονιές του Πειραιά.1940. Οι άνεμοι του πολέμου σαρώνουν την Ευρώπη. Πώς μπορεί μια γυναίκα μόνη να τα βάλει με το μένος των καιρών; Θα καταφέρει, άραγε, να σώσει τα παιδιά της απο τη λαίλαπα του ναζισμού και να κρατήσει αναλλοίωτη την ανθρώπινή της ταυτότητα;Μερικά αποσπάσματα απο το βιβλίο:«Πράγματι, το Κορδελιό… ήταν το ωραιότερο προάστιο της Σμύρνης. Ολοζώντανο είναι χαραγμένο στη μνήμη μου το πανέμορφο κι αρχοντικό εκείνο μέρος, που πήρε το όνομά του από την πολύ παλιά Μονή Κορδολέοντος… Ωραιότατες επαύλεις, διακοσμημένες με μετόπες κι αγάλματα, φανοστάτες κι ολάνθιστοι κήποι εντυπωσίαζαν και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη… Ο πατέρας μου συχνά μας πήγαινε βόλτα στο Κορδελιό, που λεγόταν και Περαία …Τα παιδιά τρελαινόμασταν για γλασάδα, όπως λέγαμε τότε το παγωτό… ?λλες φορές πάλι , εμείς τα παιδιά, κάναμε μπάνιο στην πεντακάθαρη αμμουδερή παραλία… Αργά το απόγευμα μπαίναμε πάλι στο τρένο ή στο καραβάκι της επιστροφής… Όσο πλησιάζαμε στη Σμύρνη, ένα ένα άρχιζαν να τρεμοπαίζουν τα φανάρια του γκαζιού στις γωνιές των δρόμων… Με τη σειρά ξεπετάγονταν οι καινούριες φλογίτσες που άναβαν κι έμοιαζαν με χαβαντίσια, ειδήσεις, που μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα σ’ ολάκερη την πόλη: «Η Σμύρνη έβαλε τα βραδινά της. Η Σμύρνη είναι όμορφη…»«…Καθώς προχωρούσαμε αντικρύσαμε ένα θέαμα που δεν θα ξεχάσω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου: έναν Αρμένη δεμένο πάνω σ’ ένα δέντρο να ξυλοκοπιέται αλύπητα. Στρατιώτες Τούρκοι με ξύλα στα χέρια τον χτυπούσαν με λύσσα βρίζοντας. Δεν ξέρω αν ήταν ζωντανός ή είχε πεθάνει πια, αλλά ήταν τόσο μελανιασμένος απ’ το ξύλο, που είχε γίνει μαύρος στην κυριολεξία. Και παρόλα αυτά εκείνοι συνέχιζαν με μανία ακόρεστη το ανατριχιαστικό τους έργο, που μόνο απέχθεια θα μπορούσε να προκαλέσει σε κάθε πολιτισμένο άνθρωπο. Τα άλλα παιδιά κλαίγανε και τσιρίζανε. Εγώ δεν είχα τη δύναμη ούτε αυτό να κάνω, αφού τα χέρια και τα πόδια μου είχαν παραλύσει από τον τρόμο κι η μιλιά μου κόπηκε από τη φρίκη…»«… Κάτι μύριζε άσχημα. Πολλά παράθυρα σπασμένα απο σφαίρες. Τα μανουάλια αναποδογυρισμένα. Κάτι πάτησε, γλίστρησε κι έπεσε: ακαθαρσίες αλόγων. Το παγκάρι σπασμένο σε χίλια κομμάτια. Τα στασίδια αναποδογυρισμένα, κατεστραμμένα. Οι τοιχογραφίες πασαλειμμένες με κόπρανα. Σπιρτάδα ούρων διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Οι εικόνες; Πού ήταν οι εικόνες; Προχώρησε προς το ιερό. Η Ωραία Πύλη ήταν ανοιχτή. Το θέαμα αποκρουστικό. Η οσμή εμετική. Ένας διάκος σκοτωμένος κείτονταν αιμόφυρτος πάνω στην Αγία Τράπεζα, ανάμεσα σε ακαθαρσίες. Το αίμα, σκούρο καφέ, σαπισμένο απο μέρες. Το πρόσωπο εντελώς παραμορφωμένο, μελιτζανί, τα μάτια ορθάνοιχτα, μη μπορώντας, ωστόσο, να δουν το λεφούσι απο μύγες που ήταν κολλημένο πάνω στα αίματα και τα σκουλήκια που κατάτρωγαν αργά αλλά σταθερά τα άκαμπτα μέλη…»«…Εκτός από μας τους αμάχους, το νησί είχαν κατακλύσει και τα σώματα του στρατού που είχαν συρρεύσει εκεί με την υποχώρηση και την καταστροφή. Όπως ήταν φυσικό, η Λέσβος έγινε ο προθάλαμος των ζυμώσεων για τη στρατιωτική επανάσταση…»“…Πάνω απο τα κεφάλια μας βρίσκονταν κιόλας τα βομβαρδιστικ














