
Είχανε περάσει πλιό τα χρόνια του πολέμου και της πείνας. Ο κόσμος στο νησί, ηθώρει τη δουλειά του. Αλλά ήντα δουλειές υπήρχανε εδωνά που τα λέμε; Όσοι ήτανε ψαράδες και γεωργοί, κάτι τις ηγινούντανε. Οι άλλοι; Και προπαντώς οι νέοι του νησού; Ήντα να κάμουνε για να βγάλουνε κάνα φράγκο να βοηθήσουνε και τους γονιούς τους. Σάματις υπήρκανε τίποτα δουλειές; Μήδε μεροκάματα υπήρκανε, μήδε και φράγκα. Γιαυτό, ένας – ένας ητράβα το δρόμο του. ?λλοι για την ξενηθειά, άλλοι ημπαρκέρανε στα παπόρια, κι άλλοι από δω κι από κει. Ήτυχε λοιπό, στο ίδιο παπόρι, νά`ναι μπαρκαρισμένα δυό Πατηνιωτάκια. Το Χριστοδουλιό της Γληόρας απ`τη Χώρα, και τ`Αθανασό της Βαρβάρας απ`τον Κάμπο. Από το ζόρισμα που ητραβούσανε τα κακόμιτσα με τις δουλειές του παποριού, κι απ`τις φουρτούνες που η περνούσανε μεσ`τις άγριες θάλασσες που η ταξιδεύανε, είχανε δεθεί πολύ συναναμεταξύ τους. Ήλεε ο ένας τον πόνο του και τους καημούς του στον άλλονε, είχανε γίνει πρώτοι φίλοι. Ηκάνανε κι ένα σωρό όνειρα, όντες θα γυρίζανε πάλι πίσω στην Πάτινο (άμε γύρευε πότε) Τ`Αθανασού, του ρέσανε πολύ τα τραγούδια και η μουσική. Ο αφέντης του ο Μαθιουλής, είχε και τσαμπούνα, και ένα λυράκι, και τά`παιζε πότε -πότε άμαν ημερακλωνούντονε. Τ`Αθανασού όμως τούρεσε πολύ το βιολί. Καμιά βολά (άμαν ήτανε μικρός) ητύχενε ν`ακούει σε κάνα γάμο, τον Μπολό που ήπαιζε, να πάρει κι εκείνος ένα βιολί, και να μάθει να το παίζει. Το Χριστοδουλιό πάλι, ήτονε άλλος άθρωπος. Ηγκομένιαζε από μικρός με μια, που το σπίτι της ήτονε εκειδά στου Μάγγουρη. Είχε βάλει λοιπό στο μυαλό του, να `γοράσει ένα κόκινο μοτοσακό, για να περνά ίσα πάνω -ίσα κάτω, και να της κάνει το κουκουρέξο του! Τα `βλεπε στο εξωτερικό, στα λιμάνια που ηράζανε, να τρέχουνε και να γιαλοκοπούνε στους δρόμους, κι ητρέχανε κι αυτουνού τα σάλια του. Ήλεε του φίλου του τ`Αθανασού:- Πού θα μου πάει; Έ θα μου κατσιρδίση. Εφέτη, το πολύ ίσαμε του χρόνου, θα μαζέψω παράδες και θα το πάρω. Έ μωρέ μου ήντα θα γίνει άμαν το κατεβάσω στην Πάτινο. Θα σκονίζω στο δρόμο άμα `νεβαίνω απ`τη Σκάλα στο Χωριό! Η ονειρεύουντο νε τη σκορδόπιστη, να κάθεται στο ταβλαμέντο εκειδά στις αμμουρινιές, και να τονε καμαρώνει όντες ηξεπρόβαιλε την Αγιά Βαρβάρα, καβάλα απάνω στο κόκκινο μοτοσακό του. Κι επειδής όπως γίνεται πάντοτες τα χρόνια περνούνε σαν τα καλαμάρια, ήφταξε κι ο καιρός που ηξεμπαρκάρανε τα παιδιά στον Πειραιά. Τ`Αθανασό, αγκαλιά με το βιολί του, και το Χριστοδουλιό, αγκαζέ με το ολοκαίνουργιο κόκκινο μοτοσακό του! Ημπήκανε μεσ`το παπόρι της γραμμής, κι ηκατεβήκανε στην Πάτινο. Ηποχαιρετιχτήκανε απά στο μουράγιο, κι ητράβηξε ο καθένας το δρόμο του, καμαρωτοί -καμαρωτοί για την πραμάθεια που ηφέρανε. Αφού ηπεράσανε κάνα -δυό μέρες, ηνετάρανε οι χαρές κι οι φέστες, κι ηζωστήκανε πάλι στη δουλειά. Στα χωράφια, στα κατσίκια, στα θέριττα στο γυαλό, όπου λάχει. Έτσι, με τόνα και με τ`άλλο, ηχαθήκανε συναναμεταξί των. Κι εκείνα τα χρόνια, μήδε τελέφωνα είχε ακόμα, μήδε λεωφορείο να παενοέρκεται.Αφού ηπέρασε κάνας μήνας, μιάν Κυριακή πρωί μετά την εκκλησά, εν ηγάνταρε άλλο τ`Αθανασό. Και μιά και δυό, από `κειδά απ`τη Βαγγελίστρα, του δώνει κατά τη Σκάλα με τα πόδια, ν`ανέβει από `κει στο Χωριό, να`πα να δει το φίλο του το Χριστοδουλιό. Παναγιά μαζί του, σαν πουλάκι ηνέβη στη Χώρα. Για ώρη-για στιγμή! Ούλο λαχτάρα που θάβλεπε πάλι το φίλο του, χτυπά την πόρτα της μάννας του της κερα -Γληόρας. Εκείνη, τού `νοιξε το πορτάλι, και τονε χαιρέτισε στεγνά-στεγνά. Κατευτεία, ησφίχτηκε η καρδιά τ`Αθανασού. Κάτι τις πρέπει να τρέχει ησκέφτηκε. Πούνε ο φίλος μου το Χριστοδουλιό της λέει, όσο ημπόρει πιο χαρούμενα. -Πού είναι; Έν τα μαθες;-Ήντα να μάθω κερά -Γληόρα;-Στη Λέρο τονε πήαμε γυιέ μου. Στη Λέρο με τον αφέντη του. -΄Ηντα ηπήανε να κάμουνε στη Λέρο.-΄Εν τονε τρακάρανε γυιέ μου με το μοτοσακό και του σπάσανε το ποδάρι του;-Κααα!, Κερά-Γληόρα, ν














